jump to navigation

Δώρο, αγωνιζόμαστε για να γίνουν τα οράματα σου πράξη 30/08/2009

Posted by Εμπροσθοφύλακας in ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΚΥΠΡΙΑΚΗ, ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ, ΣΥΓΧΡΟΝΗ.
Tags: , , , , , , , , ,
comments closed
Ο Δώρος Λοΐζου, Οργανωτικός Γραμματέας της Σοσιαλιστικής Νεολαίας ΕΔΕΝ

‘Χριστόφιας-watch: Παρατηρητήριο για τη Διακυβέρνηση Χριστόφια’
«Δώρο, αγωνιζόμαστε για να γίνουν τα οράματα σου πράξη»
30 Αυγούστου 2009
Ευαγόρας (Επιτροπή για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Κύπρο)

Σήμερα, 30 Αυγούστου, επέτειο δολοφονίας του, θυμόμαστε τον Δώρο της αντίστασης και του αγώνα, τον αλησμόνητο, ανήσυχο νέο και διανοούμενο.

Σήμερα τιμούμε τον «επικίνδυνο ποιητή» για όλα τα κατεστημένα και για όλους τους φορείς της αδικίας. Aυτόν που τόσο αγάπησε την ελληνική μας γλώσσα και ιστορία.

Σήμερα εμπνεόμαστε από τον Δώρο των πολλαπλών οραμάτων το συνειδητό σοσιαλιστή που μετουσίωνε σε πράξη τα οράματα. Το μεγάλο ανθρωπιστή που «μοίρασε σαν ψωμί την καρδιά του και δεν του ‘μεινε κανένα ψίχουλο».

Ο Δώρος Λοϊζου γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου του 1944 στη Λευκωσία. Στα δεκαεννιά του αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και εγγράφηκε στη Σχολή Θεάτρου της Λευκωσίας, την οποία όμως δεν έμελλε να τελειώσει λόγω των ταραχών που ξέσπασαν. Το 1966 μετέβηκε στη Ρόδο για να σπουδάσει ξενοδοχειακά. Κατά την διάρκεια των σπουδών του η αμερικανοκίνητη Χούντα ξεκίνησε να γράφει την μαύρη της επταετία στην ιστορία της Ελλάδας.

Ο επαναστατικός του χαρακτήρας δεν του επιτρέπει να μείνει άπραγος, γι’αυτό και ξεσηκώνει τους συμφοιτητές του σε απεργία για διαμαρτυρία προς τους απάνθρωπους όρους ζωής που επέβαλαν οι επαίσχυντοι δικτάτορες. Συνέπεια της αντιδικτατορικής του δράσης και «διατάραξης της ησυχίας», ήταν η εκδίωξη του από τη Σχολή.

Ο Δώρος εγκατέλειψε οριστικά τον κλάδο των ξενοδοχειακών και το 1969 εγγράφηκε στο Hellenic College της Βοστώνης, από το οποίο αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα με το πτυχίο Ιστορίας.

Με το πέρας των σπουδών του επέστρεψε στην Κύπρο και εντάχθηκε στο σοσιαλιστικό χώρο, στην ΕΔΕΚ, όπου και δραστηριοποιήθηκε ως Οργανωτικός Γραμματέας της ΕΔΕΝ και ως διευθυντής της εφημερίδας «Σοσιαλιστική Έκφραση», γεγονός που τον έθεσε αυτόματα στο στόχαστρο των υπάκουων σκυλιών της Χούντας, στην οποία ο Δώρος ήταν ήδη πολύ καλά γνωστός ως ένας ακαταπόνητος πολέμιος της, με αξιόλογη δράση σε Ελλάδα και Αμερική.

Πολύ καλά γνωστός σε ξένους και ντόπιους συνωμότες ήταν (και είναι) ο αγέραστος αγωνιστής, τότε πρόεδρος της ΕΔΕΚ και ηγέτης του αντιστασιακού κινήματος Βάσος Λυσσαρίδης, ο οποίος στη γνωστή σύσκεψη του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, που έγινε υπό την παρουσία οπλοφόρων της ΕΟΚΑ-Β’, κάλεσε όλους να παραμερίσουν τα μικρά και τα μίση, τόνισε ότι η επιστροφή του νόμιμου συνταγματικού Προέδρου Μακαρίου αποτελούσε άμεση εθνική αναγκαιότητα και εισηγήθηκε την συσπείρωση όλων κάτω από την ηγεσία του τόπου για να δοθεί η πολιτική μάχη της Κύπρου. Αυτό το μαρτύρησε και ο ίδιος ο Τάσσος Παπαδόπουλος, επίσης μισητό πρόσωπο από τους χουντοφασίστες και τους συνομώτες.

Ποτέ πια φασισμός: Αγώνας - Λευτεριά - Δημοκρατία [πηγή φωτογραφίας: Σοσιαλιστική Νεολαία ΕΔΕΚ Πάφου]

Μπορεί τα όπλα να μην μίλησαν εκείνη τη μέρα, αλλά η εντολή είχε δοθεί. «Να πυροβοληθεί (ο Γιατρός) χωρίς προειδοποίηση». Τρεις αμερικανοτσολιάδες της ΕΟΚΑ-Β’, στις 9:00 το πρωί της 30ης Αυγούστου του 1974, έστησαν καρτέρι στην πλατεία του ΟΧΙ και γάζωσαν με σφαίρες το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε. Με αυτό το απεχθές και επονείδιστο έγκλημα, ήλπιζαν στον αποκεφαλισμό του αντιστασιακού κινήματος και στην πλήρη εφαρμογή των ξένων συνωμοτικών σχεδίων που προνοούσαν προέλαση και εδραίωση του κατοχικού Αττίλα.

Οι σφαίρες των δολοφόνων δεν βρήκαν το στόχο τους αλλά τον αγωνιστή ποιητή Δώρο Λοΐζου, που οδηγούσε το αυτοκίνητο, ο οποίος με τα μαλλιά ριγμένα πίσω και με το ματωμένο πρόσωπο ανάποδα, έπεσε νεκρός, αφήνοντας την τελευταία του πνοή, για να γίνει για όλους μας φάρος που φωτίζει και οδηγεί τα αγωνιστικά μονοπάτια που ακόμα είμαστε υποχρεωμένοι να διανύουμε.

Ο Δώρος άφησε πίσω του ως υποθήκη, πολλά μηνύματα που πηγάζουν από τα ποιήματα του. Εμπνευσμένος ο ίδιος από πολλούς επαναστατικούς ποιητές, κυρίως ισπανούς, έργα των οποίων μετέφρασε στα ελληνικά, έλεγε ότι «Κι όταν νοιώθεις την ανάγκη να γράψεις, δεν συζητάς το θέμα αλλά παίρνεις την πέννα και γράφεις…Γράφεις ώσπου να λυτρωθείς…». Κι ο Δώρος έγραψε:

Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω, θα φορέσω το πρόσωπό ανάποδα

και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες

με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα

να ρεζιλέψω τους οπαδούς του συρματοπλέγματος,

να βάλω φωτιά στην Πρεσβεία του θανάτου.

Θα ‘ρθουν οι γνωστικοί να μου βάλουν τρικλοποδιά

γιατί τους διώχνω τους πελάτες από τα μαγαζιά.

Θα ‘ρθουν οι «ειδικοί αστυνομικοί»

για να μου σπάσουν τα πλευρά

γιατί βάζω οργή και φωτιά στα παιδιά.

Θα ‘ρθουν οι κόκκινοι να μου κοκκινίσουν το μούτρο

γιατί είμαι πιο κόκκινος απ’ αυτούς.

Θα ‘ρθουν οι λευκοί να μου μαυρίσουν το μάτι

γιατί είμαι πιο λευκός από αυτούς.

Θα ‘ρθουν οι φωτισμένοι να μου αλλάξουν τα φώτα

γιατί είμαι πιο φωτισμένος απ’ αυτούς.

Θα ‘ρθουν οι γελοίοι, οι σοβαροί, οι ανατολικοί, οι δυτικοί,

οι προτεστάντες, οι καθολικοί, οι δικοί, οι οχτροί, οι διαόλοι,

οι θεοί, τέλος πάντων όλοι, εκείνοι κι αυτοί

που παίρνουν τη ζωή σαν καπρίτσιο της στιγμής.

Μα εγώ, θα ξαναρίξω τα μαλλιά μου πίσω

θα ξαναφορέσω το ματωμένο πρόσωπο, ανάποδα

και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες

με ντουφέκια, φωνές και συνθήματα

να διεκδικήσω: Ψωμί και Ελευθερία.

–Δώρος Λοΐζου, «Το Τραγούδι του Λεύτερου»

Σήμερα που η κατοχική σημαία ντροπιάζει τον Πενταδάχτυλο, που δήθεν πολιτισμένοι ευρωπαίοι προσπαθούν να μας πείσουν να συνθηκολογήσουμε με τους όρους του εισβολέα , που οι δήθεν προοδευτικοί θεωρούν ως εθνικισμό το να διεκδικείς «Λευτεριά», που «ξεριζωμένοι περνούν τη Γραμμή για μια πoρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα», εμείς επιβεβαιώνουμε την αταλάντευτη μας πίστη στον αγώνα για δικαίωση, για απομάκρυνση των κατοχικών στρατευμάτων, για απομάκρυνση όλων των εποίκων και για επιστροφή όλων των προσφύγων.

«Πάντως εμείς θα τους αντισταθούμε.
Όποιοι κι αν είναι.
Όσο δυνατοί κι αν είναι.»

–Δώρος Λοϊζου

Διαβεβαιώνουμε τον αθάνατο συναγωνιστή μας, πως θα αναζωπυρώσουμε τη φλόγα του αγώνα με κάθε μέσο και κάθε θυσία, κι ας έρθουν οι κόκκινοι να μας κοκκινίσουν τα μούτρα, κι ας έρθουν οι ειδικοί αστυνομικοί να μας φωτογραφίσουν, κι ας έρθουν αυτοί που παίρνουν τη ζωή σαν καπρίτσιο της στιγμής να μας χλευάσουν. Εμείς θα ρεζιλέψουμε τους οπαδούς του συρματομπλέγματος!

Δεν πρόκειται να επιτρέψουμε σε μικροκομματικά συμφέροντα και σε πιόνια της «διεθνούς κοινότητας» την ισοπέδωση της μνήμης του Δώρου και των μηνυμάτων που πηγάζουν από τη δολοφονία του, την εξουδετέρωση του οράματος του για ψωμί κι ελευθερία.

«Όσο μακραίνει ο χρόνος,
Όσο οι συνθήκες γίνονται πιο δύσκολες,
Όσο δολοφονούνται τα οράματα,
Τόσο πιο πολύ μας λείπει ο Δώρος.»

–Βάσος Λυσσαρίδης

‘Σημερινή’
«Το έγκλημα της 3οης Αυγούστου 1974»
30 Αυγούστου 2009
Γιαννάκης Λ. Ομήρου (Πρόεδρος Κ.Σ. ΕΔΕΚ)

Στις 30 Αυγούστου 1974 διενεργήθηκε ένα από τα πλέον απεχθή εγκλήματα σε βάρος του Κυπριακού Ελληνισμού. Σε βάρος της ενότητάς του. Σε βάρος του αιμάσσοντος ακόμα από το πραξικόπημα και την εισβολή σώματος της Κύπρου. Η απόπειρα δολοφονίας του Βάσου Λυσσαρίδη και η δολοφονία του Δώρου Λοΐζου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οργανώθηκε από τις δυνάμεις που επιδίωκαν την ολοκλήρωση του δίδυμου εγκλήματος του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής. Να επαναφέρουμε το τότε σκηνικό. Μετά και την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής και τη συνειδητοποίηση από το λαό μας του μεγέθους της προδοσίας της χούντας και της ΕΟΚΑ Β, είχαν αρχίσει να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις επανόδου του Προέδρου Μακαρίου στην Κύπρο. Ο δημοκρατικός μας λαός, με το Βάσο Λυσσαρίδη και την ΕΔΕΚ στην πρωτοπορία, απαιτούσαν ασυμβίβαστα την πλήρη αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης που προσωποποιείτο στην επάνοδο στην προεδρία τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.

Το καθεστώς τρομοκρατίας που είχε επιβάλει η ΕΟΚΑ Β ακόμα και μετά την τουρκική εισβολή είχε αρχίσει να καταρρέει υπό το βάρος των φοβερών συνεπειών του κακουργήματος του πραξικοπήματος. Παρά τη δυσμενή συγκυρία, ένα ευρύτατο αγωνιστικό – δημοκρατικό κλίμα άρχισε να δημιουργείται.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η δολοφονία ενός πολιτικού ηγέτη που στεκόταν στην πρώτη γραμμή του αγώνα για την επιστροφή του Μακαρίου, αναμενόταν από τους ξένους και επιτόπιους συνωμότες ότι θα δημιουργούσε συνθήκες αναζωπύρωσης της εσωτερικής ανωμαλίας με ένα νέο κύκλο αίματος και συνεπώς τις προϋποθέσεις είτε για επιβολή λύσης βασισμένης στα τετελεσμένα είτε ακόμα και νέας τουρκικής προέλασης, με την επίκληση του προσχήματος της ανωμαλίας μεταξύ των Ελληνοκυπρίων. Άλλωστε είχε προηγηθεί στις 15 Αυγούστου 1974 η γνωστή απόπειρα επιβολής του διχοτομικού Σχεδίου Γκιουνές, που ματαιώθηκε ως αποτέλεσμα της σθεναρής αντίδρασης της ηγεσίας της ΕΔΕΚ και του τότε Μητροπολίτη Πάφου και μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου.

Η αποτυχία επιβολής εκείνου του σχεδίου λύσης σε συνδυασμό με την προοπτική επανόδου του Μακαρίου δεν άφηναν περιθώρια παθητικής στάσης από τους καραδοκούντες συνωμότες. Ως εκ τούτου, το έγκλημα της 30ής Αυγούστου 1974 ήταν η απελπισμένη κίνηση για ανακοπή του ασυγκράτητου λαϊκού ρεύματος για επάνοδο του Μακαρίου και αποτροπή επιβολής αντεθνικής λύσης. Οι επιδιώξεις αυτής της κίνησης ναυάγησαν, πρώτον, διότι οι εντεταλμένοι δολοφόνοι απέτυχαν στο βασικό τους στόχο και, δεύτερον, διότι επιδείχθηκε μία θαυμαστή ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση από το δημοκρατικό κίνημα.

Τριάντα πέντε χρόνια από το έγκλημα εκείνο υπάρχουν κάποια αναπάντητα ερωτηματικά, τα οποία δεν έχουν ακόμα απαντηθεί όχι απλώς από τους φυσικούς αλλά κυρίως από τους ηθικούς αυτουργούς του. Όλη αυτή η εγκληματική συνομοταξία των στυλοβατών της ΕΟΚΑ Β, του πραξικοπήματος, αυτών που πολέμησαν με λύσσα τον Μακάριο, είχαν σαν βασικό τους επιχείρημα ότι το έπραξαν με ελατήρια πατριωτικά και στόχους εθνικούς.

Αν όμως έτσι είχαν τα πράγματα, πώς δικαιολογούν τις αδιαμφισβήτητες ιστορικές αλήθειες, πρώτον, ότι ταυτίστηκαν με τα πλέον αντικυπριακά κέντρα εξύφανσης συνωμοσιών σε βάρος της Κύπρου; Δεύτερον, πώς είχαν κοινό στόχο, μαζί με τη CΙΑ και τη Χούντα, τον Πρόεδρο Μακάριο; Τρίτον, πώς απαντούν στο αμείλικτο ερώτημα και κατηγορώ της Ιστορίας για το γεγονός ότι κι όταν ακόμα ολοφάνερα αποκαλύφθηκε ότι Χούντα και CIΑ επιδίωκαν τη διχοτόμηση της Κύπρου με τη δολοφονία του Μακαρίου, αυτοί συνέχιζαν να εμποδίζουν την επιστροφή του, ολόκληρο το δεύτερο εξάμηνο του 1974; Και τέλος, πώς μπορούν να εξηγήσουν ότι από τις δικές τους γραμμές οργανώθηκε και εκτελέσθηκε το έγκλημα της 30ής Αυγούστου με στόχο την πρόκληση εμφύλιας διαμάχης, ενώ ο Αττίλας ευρίσκετο εντός των πυλών; Δεν αισθάνονται την ανάγκη αυτοκριτικής; Δεν διακατέχονται από αίσθηση εξιλέωσης, εξομολόγησης και απολογίας ενώπιον του λαού και της Ιστορίας; Είναι αξίωμα ότι η ιστορική μνήμη υπάρχει για να φωτίζει κυρίως το μέλλον.

Όμως η κάθαρση της τραγωδίας του 1974 επιβάλλει την ανάληψη ευθυνών για εγκλήματα και λάθη από όσους βαρύνονται με συμμετοχή στα τότε γεγονότα. Θα βρουν, άραγε, το θάρρος, έστω και σήμερα, 35 χρόνια μετά, να το πράξουν, συνεισφέροντας με αυτό τον τρόπο στον αγώνα για τη σωτηρία της Κύπρου με μια σωστά θεμελιωμένη λαϊκή ενότητα;