jump to navigation

Η παρωχημένη εθνική συνείδηση και η παρωχημένη προπαγάνδα 27/01/2010

Posted by Εμπροσθοφύλακας in ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΛΗΘΕΙΑΣ, ΑΡΧΑΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ, ΝΕΟΤΕΡΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΣΥΓΧΡΟΝΗ, ΥΠΟΒΟΛΙΜΑΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ, ΨΥΧΟΠΟΛΕΜΟΣ.
Tags: , , , , , , , , , , , ,
comments closed

Σχόλιο Συντακτικής Ομάδας: Οι απαντήσεις του καθηγητή κ. Βασίλη Φίλια είναι συντριπτικές ως προς στις κατηγορίες του Διονύση Γουσέτη πως ο Ελληνισμός πάσχει από …παρωχημένη εθνική συνείδηση! Μέσα στην παραζάλη του, ο Διονύσης Γουσέτης ανακαλύπτει μια φανταστική σύνδεση ενός τοπικιστικού επαρχιωτισμού και εθνικής συνείδησης, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να χτυπήσει συμπλέγματα κατωτερότητας των Ελλήνων. Ποιος είπε πως οι Έλληνες που νιώθουν Ευρωπαίοι έχουν αυτές τις απόψεις; Εμείς κύριε Γουσέτη, δεν συμφωνούμε με τις απόψεις σας…

φίλιας

‘Επιτροπή Ενημερώσεως επί Εθνικών Θεμάτων’
«Καθηγητής Βασίλης Φίλιας γράφει»
25 Ιανουαρίου 2010
Βασίλης Φίλιας (Καθηγητής Κοινωνιολογίας)

Η κολοβή γνώση, η ημιμάθεια, είναι χειρότερη από την αμάθεια, δεδομένου ότι ο αμαθής διατηρεί μια αμεσότητα πρόσληψης της πραγματικότητας, που ο αμαθής έχει χάσει. Αφορμή της παρέμβασης μου αυτής το κείμενο του Διονυσίου Γουσέτη περί «παρωχημένης εθνικής συνείδησης» στην «Καθημερινή» της 13/1/2010 και το δραγώνιο εθνοφονικό παραλήρημα.Ίσως μετά τη γνωστή επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη προς την κ. Δραγώνα να μην ήταν αναγκαία η παρέμβασή μου αυτή, όμως θα πρέπει να εξεταστούν ορισμένα θέματα κάτω από καθαρό επιστημονικό πρίσμα.

Είναι γεγονός ότι η έννοια του Έθνους στη Δύση διαμορφώνεται με την άνοδο των αστικών στρωμάτων – όχι στη Γαλλική Επανάσταση κ. Γουσέτη – ήδη από τον 10ο και 11ο αιώνα.

Γιατί; Διότι τα αστικά στρώματα έρχονται να υπερβούν την «υπερεθνική» φεουδαρχική πολυδιάσπαση και να συλλάβουν την εθνο-κρατική ενότητα και οντότητα ως οργανική ενσωμάτωση κοινών συμφερόντων, ιστορικών παραδόσεων και πολιτιστικών χαρακτηριστικών.

Η Αναγέννηση, ο Διαφωτισμός και το ρήγμα των Νεώτερων χρόνων δεν θα είχε υπάρξει αν δεν είχε πραγματοποιηθεί αυτό το τεράστιο ιστορικό βήμα, δηλαδή η γέννηση του Εθνους-Κράτους. Επομένως η ενότητα του Έθνους δεν συνδέεται μόνο με πολέμους και συγκρούσεις, όπως υπαινίσσονται οι σύγχρονοι παραποιητές της Ιστορίας, αλλά και με τη συνειδητοποίηση καθοριστικών στοιχείων ταύτισης υλικών , ψυχικών και πνευματικού χαρακτήρα σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο. Όχι ότι αυτά τα στοιχεία δεν προυπήρχαν , αλλά δεν είχαν συνειδητοποιηθεί ώστε να λειτουργήσουν ως ενεργός μοχλός και κινητήρια δύναμη της Ιστορίας. Ένας μοχλός που μετέβαλλε τη στατική κοινωνία υπαίθρου της φεουδαρχίας σε δυναμικά εξελισσόμενη κοινωνία πόλεων και επέτρεψε στον άνθρωπο να ξεπεράσει την «ειδωλολατρεία της φύσης» [Κ. Μάρξ] και να την καθυποτάξει , γνωρίζοντας τους νόμους της. Αν ο κ. Γουσέτης εγνώριζε αυτά στοιχειωδώς δεν θα κατέφευγε στο αφιέρωμα του μη επιστημονικού «Εξπρές» και σε κάποιο Γάλλο καθηγητή Μισέλ Βινόκ, προκειμένου να στηρίξει το επιστημονικό ανυπόστατο του έργου της κ. Δραγώνα.

Είναι φανερόν ότι δεν γνωρίζει , αλλά όφειλε να γνωρίζει – όπως και η μέντωρ του κ. Δραγώνα – ότι στην περίφημη πραγματεία του για τον Μακιαβέλι, ο Αντόνιο Γκράμσι [ ή μήπως και αυτός καμουφλαρισμένος ακροδεξιός; ] εμπεδώνει επιστημονικά ότι ο μεγάλος αυτός πολιτικός διανοητής της Αναγέννησης ξεκινά και τελειώνει με το επιχείρημα ότι η κακοδαιμονία της Ιταλίας της εποχής του οφείλετο στο γεγονός ότι στη χώρα αυτή η πολυδιάσπαση δεν είχε επιτρέψει την πραγματοποίηση της εθνικής ενότητας του ιταλικού λαού και ζητούσε τον τύπο εκείνο του «Ηγεμόνα» που θα μπορούσε να το κάνει με κάθε μέσο. Σαφέστατα η ιδέα του Έθνους λειτούργησε ως εφαλτήριο για την ανάπτυξη ανταγωνιστικών εθνικισμών και τη λογική του «πας μη Έλλην βάρβαρος» που ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια του ανήκειν , του «εμείς», που είναι σύμφυτη με την έννοια του Έθνους και αυτό βέβαια πρέπει να καταπολεμηθεί και να εξαλειφθεί , διότι λειτουργεί στη βάση ενός ακραίου θετικού στερεοτύπου για το «εμείς» και ενός ακραίου αρνητικού στερεοτύπου για του «άλλους». Όμως για να φτάσουμε σε μία διαδικασία αλληλοκατανόησης μεταξύ των Εθνών πρέπει να πληρούται ο όρος της αμοιβαιότητας , που φυσικά δεν πληρούται όταν η μία πλευρά διώκει, εξευτελίζει και απειλεί [ας θυμηθούμε τα όσα πρόσφατα κατήγγειλε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος] ή περιπίπτει σε μεγαλοιδεατικούς και ανιστόρητους παραλογισμούς σκοπιανής κοπής και ραφής.

Ας γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι ως προς τα καθ ημάς, όπου ένα μίγμα άγνοιας και συνειδητής διαστρέβλωσης των ιστορικών δεδομένων επιτρέπει τη διατύπωση θέσεων και επιχειρημάτων εντελώς λαθεμένων.

Πρώτον η πολιτισμική συνέχεια του ελληνισμού – ανεξάρτητα από την οθωμανική κατάκτηση – ήταν αδιάκοπη και ακριβώς γι’ αυτό η αντίληψη της εθνικής ταυτότητας και ιδιαιτερότητας ήταν διάχυτη σε όλα τα στρώματα του λαού – όπως αποδεικνύεται από όλα τα γραπτά κείμενα, τα ήθη και τα έθιμα , τη λαική μούσα , τις λαικές πολιτισμικές παραδόσεις όλων των κατηγοριών – σ’ολη τη διαδρομή του χρόνου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Δεύτερον η ελληνική γλώσσα – το υπερτατο αυτό πολιτιστικό στοιχείο – δεν έγινε ποτέ νεκρή , όπως π.χ. τα λατινικά , παρά τις όποιες μεταλλαγές που υπέστη όπως κάθε ζωντανή γλώσσα. Γι ‘ αυτό και δεν χρειάστηκε κανέναν Λούθηρο ή τη Γαλλική Ακαδημία για να ενοποιηθεί, όπως συνέβη με τη γερμανική και τη γαλλική αντίστοιχα. Πέραν τούτου οι όποιοι «διεθνιστές» ισοπέδωσης και ομοιομορφοποίησης λησμονούν ότι η ελληνική γλώσσα ήταν η lingua franca, η κοινή γλώσσα συνενόησης, όχι μόνο στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας , αλλά σε ολόκληρη την Ανατολή.

Τριτον οι πολιτιστικές επιδράσεις του ελληνισμού στην Βαλκανική και τη Ρωσία, όχι μόνον απλά λόγω ιστορικού παρελθόντος και του αρχαίου μεγαλείου, αλλά κατ ‘ εξοχήν ως ζωντανή και πάλλουσα πραγματικότητα , υπήρξαν κυριολεκτικά ανυπολόγιστες.

Επομένως η εθνική συνείδηση των Ελλήνων, η συνείδηση της εθνικής ταυτότητας δεν είναι κατασκευή , προιόν του ρωμαντισμού του 19ου αιώνα και κακέκτυπο του δυτικού προτύπου. Είναι οργανική μετεξέλιξη μιάς νοηματικής σύλληψης και συνειδητοποίησης , που οι ρίζες τους ανάγονται σε ιστορικό-πολιτισμικά δεδομένα, που ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια του αστικού μετασχηματισμού , όπως συνέβη στη Δύση. Ισχυρίζεται ο κ. Γουσέτης ότι ο ελληνικός πατριωτισμός εδράζεται ακόμα σε μία παρωχημένη αγροτική περίοδο. Τι σημαίνει αυτό; Τίποτα και μάλιστα είναι βαθύτατα αντιφατικό όταν ο ίδιος υποστηρίζει ότι η έννοια του Έθνους γεννήθηκε με την Γαλλική Επανάσταση που είναι η «επανάσταση της τρίτης τάξης» δηλαδή των αστών !!

Ο πολιτισμός της ανθρωπότητας συγκροτήθηκε ως ένα πελώριο μωσαικό που συντίθεται από ψηφίδες , που συνεισέφεραν όλοι οι λαοί μέσα από μία αδιάκοπη όσμωση, αλληλόδραση και μετάλλαξη. Η λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση» που ουδέποτε πρέπει να αναφέρεται χωρις την προσθήκη … «και Νέα Τάξη πραγμάτων» δεν έχει καμμία σχέση με οικουμενισμό και διεθνισμό, που προυποθέτουν σχέσεις «επι ίσοις όροις», σχέσεις ισότητας. Η «παγκοσμιοποίηση» δεν συνιστά απλά μία διαδικασία επικυριαρχιάς των γιγάντιων μονοπωλιακών και τραπεζικών συμφερόντων , αλλά και προυποθέτει και την εξάλειψη του διαφορετικού ώστε να μην υπάρχουν αντιστάσεις στον παγκόσμιο οικονομικό – πολιτικό έλεγχο. Ακριβώς γι’ αυτό στο ιδεολογικό περίγραμμα της «παγκοσμιοποίησης» εντάσσεται η λογική του «τέλους των ιδεολογιών» , της κατάργησης του Έθνους , της πολιτισμικής εξομοίωσης. Το νευραλγικό χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισης συνίσταται στην ελαχιστοποίηση της σημασίας της Ιστορίας και της ιστορικής μεταβολής , ο καθαγιασμός και η διατήρηση του «γε νυν έχοντος», όπως ακριβώς συλλαμβάνεται από το αμερικανικό δομολειτουργισμό στην Κοινωνιολογία και στον συμπεριφορισμό στην Ψυχολογία *

Αυτά όλα δεν τα αντιλαμβάνονται «προοδευτικοί» του τύπου Δραγώνα – Φραγκιαδάκη – Ρεπούση – Γουσέτη και Σία. Δεν τα αντιλαμβάνονται ή δεν θέλουν να τα αντιληφθούν; Είναι ένα ερώτημα.

Πάντως συνειδητά ή ασυνείδητα με τη λογική τους αυτή γίνονται τυμπαμοκρούστες και προωθητές του ιμπεριαλιστικού οδοστρωτήρα , που κρύβεται πίσω από την ιδέα της παγκοσμιοποίησης και μιάς ψευδεπίγραφης πολυπολιτισμικότητας. Εκτός και αν η ασύδοτη δυτικοφρένεια τους ανάγεται στην περιοχή της ψυχοδιανοητικής διαταραχής σε τρόπο ώστε με στρεβλωτική πρισματική διάθλαση να βλέπουν την ελληνική κοινωνία , που πάντοτε υπήρξε ανεκτική στο ξένο και το διαφορετικό ως «κλειστή» έναντι της υποτιθέμενης «ανοικτής» των δυτικοευρωπαίων και των Αμερικανών.

*Θα ηταν χρήσιμο οι ιεροκήρυκες του εθνομηδενισμού να διαβάσουν επ αυτών τα βιβλία μου «Κοινωνιολογία του Πολιτισμού» και «Συμβολή στον επαναπροσδιορισμό της Ψυχολογίας ως Επιστήμης του Ανθρώπου» , στις εκδόσεις Παπαζήση.

– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

‘Καθημερινή’
«Η θλίψη της παρωχημένης εθνικής συνείδησης»
13 Ιανουαρίου 2010
Διονύσης Γουσέτης

Είναι να θλίβεσαι. Το μάλλον συντηρητικό γαλλικό περιοδικό «Εξπρές», στο χριστουγεννιάτικο τεύχος του, απομυθοποιεί την ιστορία της Γαλλίας. Ο επικεφαλής του αφιερώματος καθηγητής Μισέλ Βινόκ, συγγραφέας 30 ιστορικών συγγραμμάτων, εξηγεί: «Για να υπάρξει ιστορία ενός έθνους πρέπει να υπάρξει προηγουμένως το έθνος. Γι’ αυτό οι πρώτες ιστορίες του γαλλικού έθνους εμφανίζονται μετά τη Γαλλική Επανάσταση και τον ρομαντισμό… Η ιστορία του έθνους είναι εργαλείο διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας». Παρόμοιες διαπιστώσεις έκανε η καθηγήτρια Θάλεια Δραγώνα στην Ελλάδα. Η διαφορά είναι ότι το αφιέρωμα του «Εξπρές» είναι κοινός τόπος για τους Γάλλους, ενώ στην καθυστερημένη καθ’ ημάς Ανατολή έπεσαν οι υπερεθνικόφρονες να την εξοντώσουν πολιτικά, απαιτώντας την παραίτησή της από τη θέση της Ειδικής Γραμματέως Θεμάτων Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού, όπου την όρισε η κυβέρνηση. Οι Γάλλοι δεν νιώθουν να θίγεται ο πατριωτισμός και ο εθνικισμός τους όταν διαβάζουν τις ρήσεις του Βινόκ. Και δίνουν αυτόματα υπηκοότητα σε όποιο παιδί γεννηθεί στη χώρα τους. Η κοινωνία τους είναι ανοιχτή. Η δική μας κοινωνία είναι επαρχιώτικη κλειστή και γι’ αυτό κομπλεξική και καχύποπτη απέναντι στους γείτονες, στις μειονότητες, στους μετανάστες, σε κάθε τι διαφορετικό.

Είναι να θλίβεσαι. Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο και φιλόσοφο Ερνεστ Γκέλνερ, ο πατριωτισμός του εδάφους, που δεν βλέπει γύρω του παρά γείτονες και ιμπεριαλιστές που επιβουλεύονται την εδαφική ακεραιότητά μας και συγχρόνως θέλει να επεκτείνει την εδαφική κυριαρχία σε βάρος των γειτόνων, είναι παρωχημένος. Είναι ο πατριωτισμός της εποχής της αγροτικής παραγωγής, όπου το έδαφος ήταν καθοριστικός παράγων για την παραγωγή. Αντίθετα, στη βιομηχανική εποχή πατριωτισμός σημαίνει να είσαι καλύτερος από τους ανταγωνιστές σου. Στη δε μεταβιομηχανική εποχή της παγκοσμιοποίησης και της Ε. Ε., όπου κάθε κράτος-μέλος έχει εκχωρήσει αυτόβουλα μέρος της εξουσίας του, ο πατριωτισμός τείνει να αμβλύνεται. Στη χώρα μας ο πατριωτισμός βρίσκεται ακόμη στην αγροτική περίοδο. Ελάχιστοι πονούν που είμαστε πρώτοι στην Ε. Ε. σε όλα τα αρνητικά και τελευταίοι σε όλα τα θετικά. Ελάχιστοι ντρέπονται για τον διεθνή ευτελισμό μας ή για το καθεστώς επιτήρησης που συρρικνώνει την εθνική κυριαρχία μας. Και όσοι Ελληνες νιώθουν και Ευρωπαίοι καθυβρίζονται ως αφελληνισμένοι, ευρωλιγούρηδες, εθνομηδενιστές, αν όχι προδότες και πράκτορες. Ο Φίλιππος Ηλιού έγραψε το 1983 ότι «η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με προβλήματα που είχαν ήδη τεθεί στις αρχές του 19ου αιώνα».

Η παρωχημένη εθνική συνείδηση είναι συνείδηση εικονική. Είναι υπαίτια της κλειστής κοινωνίας μας. Γι’ αυτό, αντί να ωφελεί βλάπτει το έθνος. Ωστόσο, οι φορείς της δημιουργούν σάλο, επηρεάζουν αποφάσεις και καθηλώνουν και τη σκέψη των υπολοίπων, αφού καθορίζουν το πεδίο συζήτησης και αντιπαράθεσης. Ετσι, η καινοτόμα σκέψη αποτελματώνεται. Οι προσπάθειες για πρόοδο υφίστανται καθίζηση. Είναι να θλίβεσαι γιατί αξίζουμε καλύτερη τύχη.

Advertisements

Η συνέχεια του ελληνισμού και οι αμφισβητίες 20/01/2010

Posted by Εμπροσθοφύλακας in ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΛΗΘΕΙΑΣ, ΑΡΧΑΙΑ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ, ΜΙΚΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΝΕΟΤΕΡΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΨΥΧΟΠΟΛΕΜΟΣ.
Tags: ,
comments closed

Σχόλιο Σ.Ο.: «Είναι αντεπιστημονική θέση και φανατική ιδεοληψία η προσπάθεια να μας πείσουν κάποιοι ότι δήθεν μέχρι το 1821 δεν ξέραμε ποιοί είμαστε και ότι ορισμένοι διανοητές δημιούργησαν ένα τεχνητό νεοελληνικό έθνος». Στο άρθρο του αυτό ο Κωνσταντίνος Χολέβας, οπλισμένος με αδιάσειστα ιστορικά τεκμήρια, αποκαθηλώνει τα ψεύδη όσων ισχυρίζονται πως ο Ελληνισμός είναι ένα κατασκεύασμα.

‘Αντίβαρο’
«Η συνέχεια του ελληνισμού και οι αμφισβητίες»
06 Ιανουαρίου 2010
Κωνσταντίνος Χολέβας

Μέσα σέ ὅλη τήν πνευματική σύγχυση τῆς ἐποχῆς μας παρατηροῦμε ὁρισμένους διανοητές νά ἀμφισβητοῦν τή συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί νά ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Νέος Ἑλληνισμός «κατασκευάσθηκε» τόν 19ο αἰῶνα καί ὅτι ἡ σχέση μας μέ τούς Ἀρχαίους Ἕλληνες καί τό Βυζάντιο-Ρωμανία εἶναι μύθος «ἐθνικιστικός». Βεβαίως στή χώρα μας ἔχουμε καί ὀρθῶς ἐλευθερία ἐκφράσεως. Ὅμως ἡ ἀνησυχία μας αὐξάνεται ὅταν τέτοιες ἀνιστόρητες ἀπόψεις ἐκφράζονται ἀπό συγγραφεῖς σχολικῶν βιβλίων καί ἀπό στελέχη πού διορίζονται σέ καίριες θέσεις τοῦ πάλαι ποτέ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί δογματίζουν αὐθαιρέτως καί ἀγνοοῦν ἤ διαστρέφουν τίς πάμπολλες ἱστορικές πηγές, οἱ ὁποῖες ἀποδεικνύουν τήν ἐθνολογική καί πολιτιστική συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Υπενθυμίζουμε μερικές χρήσιμες ἱστορικές ἀλήθειες:

Μπορεῖ τό Βυζαντινό κράτος νά ἦταν πολυεθνικό καί ὁ Αὐτοκράτωρ νά διατηροῦσε γιά πολιτικούς λόγους τόν τίτλο «Βασιλεύς Ρωμαίων», ὅμως μέσῳ τῆς παιδείας καί τῆς γλώσσας τό κράτος διεκήρυττε τήν ἑλληνικότητά του. Ἡ Αἰνειάδα τοῦ Βιργιλίου, τό ἔπος τῆς λατινικῆς Ρώμης, οὐδέποτε ἐδιδάχθη σἐ ὁποιαδήποτε βαθμίδα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐνῷ ἀντιθέτως μικροί καί μεγάλοι μάθαιναν ἀπό στήθους τά Ὁμηρικά ἔπη.

Τό 1250, μετά τήν κατάληψη τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς Σταυροφόρους,  ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Νικαίας Ἰωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης γράφει πρός τόν Πάπα Νικόλαο Θ΄ ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί Αὐτοκράτορες χρησιμοποιοῦν  τόν τίτλο «Βασιλεύς Ρωμαίων», ἀλλά κατάγονται ἀπό τό ἀρχαῖο γένος τῶν Ἑλλήνων, τό ὁποῖο γέννησε τή σοφία τοῦ κόσμου. Προσθέτει δέ ὅτι στούς Ἕλληνες ἐδόθη ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο ἡ Πόλις καί ὅτι οἱ οἰκογένειες Δούκα καί Κομνηνῶν εἶναι ἑλληνικές. (1)

Κατά τή συγκινητική τελευταία ὁμιλία του πρός τούς πολιορκημένους στίς 28-5-1453Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος -ὅπως καταγράφει ὁ Φραντζῆς- χαρακτηρίζει τούς ὑπηκόους του ἀπογόνους Ἑλλήνων καί Ρωμαίων καί τήν Κωνσταντινούπολη καταφύγιο τῶν Χριστιανῶν, «ἐλπίδα καί χαράν πάντων τῶν Ἑλλήνων».

Στή διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ἡ ἑλληνική συνείδηση διατηρεῖται στίς ψυχές τῶν κατατατρεγμένων προγόνων μας χάρις κυρίως στούς ἐκκλησιαστικούς ἄνδρες. Γύρω στό 1700 ὁ φλογερός ἱεροκῆρυξ καί Ἐπίσκοπος Κερνίτσης καί Καλαβρύτων Ἠλίας Μηνιάτης ὁμιλῶν στή Βενετία παρακαλεῖ ὡς ἑξῆς τήν Παναγία: «Ἕως πότε πανακήρατε Κόρη τό τρισάθλιον Γένος τῶν Ἑλλήνων ἔχει νά εὑρίσκεται εἰς τά δεσμά μιᾶς ἀνυποφέρτου δουλείας…». (2)

Κατά τήν περίοδο αὐτή χρησιμοποιοῦνται καί τά τρία χαρακτηριστικά ὀνόματα: Ἕλλην, Ρωμηός, Γραικός. Τό Γραικός στό στόμα τῶν ξένων δέν ἔχει πάντα θετική σημασία, ὅμως χρησιμοποιεῖται καί ἀπό πολλούς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες συγγραφεῖς. Π.χ. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στά τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος ὀνομάζει τήν Ἑλλάδα Γραικία (3). Τήν σύνθεση καί τῶν τριῶν ὀνομάτων βλέπουμε στό ποίημα «Ἅλωσις Κωνσταντινουπόλεως» τοῦ Ἐπισκόπου Μυρέων Ματθαίου τό 1619:

Ἀλλοίμονον, ἀλλοίμονον στό γένος τῶν Ρωμαίων

Ὦ, πῶς ἐκαταστάθηκε τό γένος τῶν Ἑλλήνων

Σ’ἐμᾶς εἰς ὅλους τούς Γραικούς νά ἔλθῃ τούτ’ τήν ὥρα. (4)

Οἱ Ἕλληνες ἀκόμη καί μέσα στή δυστυχία καί τή μερική ἀγραμματωσύνη λόγῳ δουλείας- δέν λησμονοῦν τίς ἀρχαῖες ἑλληνικές ρίζες τους. Ἀπό τό 1529 μέχρι τό 1821 τό δημοφιλέστερο λαϊκό ἀνάγνωσμα εἶναι «Ἡ Φυλλάδα τοῦ Μεγαλέξανδρου» πού θυμίζει τή δόξα τῶν Ἑλλήνων Μακεδόνων. Στούς νάρθηκες πολλῶν ναῶν καί μοναστηριῶν ζωγραφίζουν οἱ ἁγιογράφοι τούς ἀρχαίους Ἕλληνες σοφούς γιά νά δείξουν στό ἐκκλησίασμα καί στούς μαθητές τῶν Κρυφῶν Σχολειῶν ποιά εἶναι ἡ πραγματική καταγωγή τους. Λίγα χρόνια πρίν ἀπό τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση οἱ ναυτικοί μας τοποθετοῦν στά πλοῖα τους ὡς ἀκρόπρωρα τά κεφάλια μεγάλων μορφῶν τῆς Ἀρχαιότητος, ὅπως τοῦ Θεμιστοκλέους κ.ἄ.

Ἀλλά καί ἡ σύνδεση μέ τή βυζαντινή Ρωμηοσύνη ( ὁ ὅρος ἀπό τή Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη) παραμένει σταθερή καί διατρανώνει  τή συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τά Συντάγματα τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων τοῦ Ἀγῶνος (1821-1827) καθιερώνουν ὡς νομοθεσία τῆς Νέας Ἑλλάδος «τούς νόμους τῶν Χριστιανῶν ἡμῶν Αὐτοκρατόρων». Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, ὁ πρῶτος Κυβερνήτης τῆς ἐλεύθερης Ἑλλάδος, θεσμοθετεῖ τήν Ἑξάβιβλο τοῦ Κωνσταντίνου Ἀρμενοπούλου, ἕναν βυζαντινό κώδικα τοῦ 1345, ὡς τό ἀστικό δίκαιο τῆς χώρας καί τοῦτο ἴσχυσε μέχρι τό 1946!

Οἱ ἀγωνιστές τοῦ 1821 αἰσθάνονταν ὅτι συνεχίζουν καί τήν ἀρχαία ἑλληνική καί τή βυζαντινή παράδοση. Σέ ἰταλική ἐφημερίδα τοῦ 1821 ἀναφέρονται τά λόγια τοῦ Ἀθανασίου Διάκου ὅτι ἀγωνίζεται «γιά τόν Χριστό καί γιά τόν Λεωνίδα» (5).  Καί ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης συζητῶντας μέ τόν Ἄγγλο Ναύαρχο Χάμιλτον θεωρεῖ ἑαυτόν ὡς συνεχιστή τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε συνθηκολόγησε, καί χαρακτηρίζει τό Σοῦλι καί τή Μάνη μαζί μέ τούς κλεφταρματολούς ὡς τή φρουρά τοῦ τελευταίου Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορος.

Εἶναι, λοιπόν, ἀντεπιστημονική θέση καί φανατική ἰδεοληψία ἡ προσπάθεια νά μᾶς πείσουν κάποιοι ὅτι δῆθεν μέχρι τό 1821 δέν ξέραμε ποιοί εἴμαστε καί ὅτι ὁρισμένοι διανοητές δημιούργησαν ἕνα τεχνητό νεοελληνικό ἔθνος. Ὅσοι ψάχνουν γιά τεχνητά ἔθνη ἄς μήν ματαιοπονοῦν ἀλλοιώνοντας τήν ἐλληνική Ἱστορία. Ἄς κοιτάξουν λίγα πρός βορρᾶν καί θα βροῦν τό τεχνητό «μακεδονικό ἔθνος» τῶν Σκοπίων. Ἐμεῖς θά μελετοῦμε τήν ἱστορική ἀλήθεια χωρίς φόβο καί πάθος καί θά διατηροῦμε τήν ἑλληνική μας συνείδηση ἐνθυμούμενοι ὅτι ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί δεχόμαστε τόν γνήσιο πατριωτισμό καί ἀπορρίπτουμε τά δύο ἄκρα: Τόν ἐθνοφυλετισμό καί τόν ἐθνομηδενισμό.

(1)    Ἀπ. Βακαλοπούλου, Πηγές Ἱστορίας τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, Α΄τόμος, Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 50-53.

(2)    Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία, ἐκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, Ἀθήνα 1988, σελ. 207.

(3)    Στό ἔργο του «Ὁμολογία Πίστεως». Κυκλοφορεῖται ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Παροναξίας σέ πανομοιότυπη ἔκδοση τῆς Α΄ ἐκδόσεως τοῦ 1819, Νάξος 2009.

(4)    Ἀνθολογεῖται στή «Βυζαντινή Ποίηση» τοῦ Γεωργίου Ζώρα. Τό βρῆκα στό βιβλίο τοῦ Γιώργου Καραμπελιᾶ: 1204, ἡ Διαμόρφωση τοῦ Νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2007 ( Β΄ἔκδοση), σελ. 44.

(5)    Κωνσταντίνου Σάθα «Ἕλληνες Στρατιῶται ἐν τη Δύσει», ἐκδόσεις ΦΙΛΟΜΥΘΟΣ, Ἀθήνα 1993, σελ. 65.

Τ/κ παραδέχεται τη μη-τουρκική, χριστιανική του καταγωγή 20/12/2009

Posted by Εμπροσθοφύλακας in ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΥΠΡΙΑΚΟ, ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ, ΝΕΟΤΕΡΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΣΥΓΧΡΟΝΗ.
Tags: , , , , , , ,
comments closed

Σχόλιο Σ.Ο.: Το ότι υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία για εξισλαμισμό Ελλήνων Ορθοδόξων της Κύπρου κατά την περίοδο της Οθωμανικής κατοχής δεν πρέπει να θεωρείται ως στοιχείο αντίθετο με τον εξισλαμισμό άλλων εθνοτήτων και δογμάτων στο νησί. Το άρθρο του Τ/κ Alkan Chaglar, το οποίο παρατίθεται μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Νόστο, υποστηρίζει τη χριστιανική εν μέρει (από τους Λατίνους και τους Μαρωνίτες), και γι’ αυτό πολυπολιτισμική, καταγωγή των Τουρκοκυπρίων, κάτι που έρχεται σε κάθετη αντίθεση με το τι η κεμαλική ιδεολογία επέβαλε στους πολίτες της ως «εκσυγχρονισμένη ιστορία».

Στο άρθρο ο συγγραφέας αμελεί να αναφερθεί στις συγκρούσεις των δούλων Ελλήνων ορθοδόξων και των αρχόντων Οθωμανών μουσουλμάνων, και ταυτόχρονα αφήνει παραπληροφοριακά να νοηθεί ότι χριστιανοί (ορθόδοξοι και καθολικοί χωρίς διάκριση) και μουσουλμάνοι μεταχειρίστηκαν τις ίδιες πρακτικές προσηλυτισμού (π.χ. τελεσίγραφα θανάτου, δουλείας ή αλλαγής πίστης)! Παρ’ όλα αυτά και επειδή ακριβώς η άποψη-παραδοχή της μη καθαρόαιμης καταγωγής και του χριστιανικού παρελθόντος σημαντικού μέρους των μουσουλμάνων Τ/κ εκφράζεται από έναν Τ/κ, κρίναμε σκόπιμο να μην την αφήσουμε να χαθεί στο χάος του διαδικτύου.

Τουρκοκύπριοι [πηγή: http://noctoc-noctoc.blogspot.com/2009/12/proselytism-and-crypto-christians-in.html]

‘Νόστος’
«Προσηλυτισμός και κρυπτοχριστιανοί στην Κύπρο»
16 Δεκεμβρίου 2009

Ο Alkan Chaglar, γεννήθηκε στις 5 Αυγούστου 1981 (1981-08-05) (28 ετών) στο Λονδίνο, είναι Τουρκοκύπριος δημοσιογράφος και αρθρογράφος για την εβδομαδιαία δίγλωσση (Αγγλικά-Τουρκικά) εφημερίδα Toplum Postasi. Πήρε την επαίδευση του στο Leicester, Liège, και στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών, με πλαίσιο τις γλώσσες, πολιτικές επιστήμες και την ιστορία. Επί του παρόντος ο Alkan κάνει τη διατριβή του πάνω στο φαινόμενο του θρησκευτικού συγκρητισμού για να πάρει το διδακτορικό του.

Στην εβδομαδιαία του στήλη «Πολιτιστικές Επαφές» ο Alkan Chaglar γράφει με πάθος για τις διαπολιτισμικές επιρροές και την πολυμορφία σε πολυεθνικές χώρες και την κατάσταση των μειονοτικών γλωσσών στον κόσμο.Έχοντας Τουρκοκυπριακή προέλευση, ο Alkan έδειξε ενδιαφέρον για το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών και το θέμα του προσηλυτισμού στο Ισλάμ στην Κύπρο. Στις 5 Μαΐου 2006 στην εφημερίδα Toplum Postasi, ο Alkan έγραψε για τους Λατίνους και τους Μαρωνίτες της Κύπρου που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Γράφει τα εξής:

Αν και δεν υποτιμάται η σημασία της εγκατάστασης Τούρκων μουσουλμάνων εποίκων από την Ανατολία, το ζήτημα του προσηλυτισμού στην Κύπρο είναι εξίσου καίριας σημασίας για την ιστορική εξέλιξη της σημερινής τουρκοκυπριακής κοινότητας. Ο προσηλυτισμός, η πράξη στο να παρακινείς κάποιον να αλλάξει τη δική του πίστη για την δική σου, ήταν μια πολύ κοινή πρακτική στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως συνέβη σε πολλές χριστιανικές αυτοκρατορίες τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της βασιλείας των Οθωμανών. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο παρατεταμένος προσηλυτισμός επίσπευσε το σχηματισμό χαλαρών μουσουλμανικών κοινοτήτων σε διάφορες κτήσεις των Οθωμανών.

Ενώ στον Οθωμανικό Πόντο και στην Κρήτη, αυτοί που είχαν ασπασθεί το Ισλάμ ήταν κυρίως Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί, στην Κύπρο, τουλάχιστον κατά την αρχική περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, οι ποιο πολλοί προσηλυτισμένοι φαίνεται να ήταν Λατίνοι και Μαρωνίτες. Χωρίς να κάνουμε κατάρτιση ενός καταλόγου για θρήνους, είναι σημαντικό, εκτός χρόνου, το τουλάχιστον να ήμαστε σε θέση να μιλήσουμε για γεγονότα του παρελθόντος, όπως αυτά είναι.

Μετά την ήττα των Βενετών από τους Οθωμανούς το 1572, δόθηκε στους Λατίνους κατοίκους της Κύπρου ένα τελεσίγραφο θανάτου, δουλείας ή αλλαγής της πίστης τους. Τουλάχιστον έτσι είναι αυτό που ισχυρίζονται πολλοί ακαδημαϊκοί.

Ο πολύ σεβαστός αραβολόγος και ιστορικός της Οθωμανικής ιστορίας, Ronald Jennings συνοψίζει τα συναίσθημα των Οθωμανών κατά τους ηττημένους Λατίνους ως εξής, «αντιμετώπιζαν τους Κυπρίους με υπόληψη και ήταν καλοπροαίρετοι απέναντί τους, αλλά δεν έδειξαν κανένα έλεος για τους Λατίνους». Ο Jennings περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι Ενετοί στρατιώτες που πιάστηκαν ως κρατούμενοι είχαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από τη δουλεία ή το θάνατο αν άλλαζαν τη πίστη τους για το Ισλάμ, πόσο κοινό ήταν αυτό είναι άγνωστο, αλλά πολλές γνωστές προσωπικότητες, όπως ο βενετσιάνος διοικητής πυροβολικού, ο Hercules Martingengo, αλλαξοπίστησαν και ασπάστηκαν το Ισλάμ. Αν υψηλόβαθμοι διοικητές αλλαξοπίστησαν, τότε είναι πολύ πιθανό ότι θα υπήρχαν επίσης πολλοί αρνησίθρησκοι από τις κατώτερες βαθμίδες.

Σχολιάζοντας σχετικά με την αντιμετώπιση των Ελλήνων, ο Harry Luke γράφει στο βιβλίο του, «Η Κύπρος κάτω από τους Τούρκους», » οι Έλληνες κάτοικοι παντού (στο νησί) καλωσόρισαν με προθυμία τις δυνάμεις εισβολής, όταν η προοπτική του να απαλλαγούν από τους σιχαμερούς Λατίνους φάνηκε μια πραγματικότητα που επιτέλους έφθασε». Οι Έλληνες κάτοικοι εφοδίαζαν συχνά τους Οθωμανούς στρατιώτες με τρόφιμα για την πορεία τους προς τα ενετικά οχυρά. Χωρίς να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι Τούρκοι και οι Έλληνες ήταν οι καλύτεροι φίλοι κατά αυτή τη περίοδο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι τελευταίοι θεωρούσαν τους πρώτους ως το λιγότερο από τα δύο κακά και εξέφρασαν ικανοποίηση για την αλλαγή μετά από αιώνες σκληρής Φραγκοκρατίας.

Ο Jennings που αποκρυπτογράφησε οθωμανικά αρχεία, αναφέρει ότι κατά την περίοδο 1593-1595, το 31% του συνόλου των ενήλικων αρρένων μουσουλμάνων των οποίων τα ονόματα και τα πατρικά ονόματα «αναφέρονται ως νομικοί παράγοντες (vekil) στο δικαστήριο ήταν αρνησίθρησκοι. Περισσότερο από το ένα τρίτο των μουσουλμάνων που εμφανίζονται στο δικαστήριο την εποχή εκείνη ήταν αρνησίθρησκοι, με το 30% όλων των καθοριστικής σημασίας μαρτύρων να ανήκουν σε αυτήν την ομάδα το 1609-1611, και αργότερα το 18% του συνόλου των Vekils. Οι αριθμοί αυτοί αντιπροσωπεύουν ένα αρκετά σημαντικό ποσοστό του μουσουλμανικού πληθυσμού της Κύπρου κατά τον 17 ο αιώνα.

Παρά το γεγονός ότι αυτοί οι αριθμοί μειώθηκαν μετά το 1611, ο προσηλυτισμός στο Ισλάμ δεν εγκαταλείφθηκε, μάλλον οι πηγές δείχνουν ότι συνεχίστηκε ως το 19 ο αιώνα.

Όσο για τους Μαρωνίτες, ο Palmieri σημειώνει ότι το 1572 οι Μαρωνίτες ζούσαν σε 33 χωριά, από το 1596, 24 χρόνια μετά την οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου, ο συνολικός αριθμός των χωριών των Μαρωνιτών είχε κατέβει στα 19 και μετά από τον 20 ο αιώνα λιγόστεψαν μέχρι τα 4. Τα χωριά των Μαρωνιτών περιλαμβάνονταν από τα εξής: Metosic (Μετόχι), Fludi (Φλούδι), Santa Marina (Αγία Μαρίνα), Asomatos (Ασώματος), Gansili ή Kambyli (Καμπυλή), Carpasia ή Karpasha (Καρπάσια), Cormachita (Κορμακίτης), Primisia (Τριμίθι), Casapifani ή Kazafana (Καζάφανι), Vouno (Βουνό), Cibo (Κήπος ή Κορνόκηπος), Jeri (Γέρι), Gensada (Κυθρέα), Attala (Αττάλι), Clepirio ή Klepini (Κλεπίνη), Piscopia ή Piskobu (Επισκοπειό), Gasbria (Γαστριά), Cefalarisco (Κεφαλόβρυσο) και Sotta Cruscida ή Crysida (Χρυσίδα). Πολλά από τα παραπάνω χωριά, όπως η Καμπυλή, το Καζάφανι, η Αγία Μαρίνα, και το Επισκοπειό ήταν και εξακολουθούν να είναι εν μέρει ή εξ ολοκλήρου τουρκόφωνα, ενώ ο Κορμακίτης κατοικείται από Μαρωνίτες ακόμη και σήμερα.

Ο προσηλυτισμός δημιούργησε μια περιπλοκή στην κυπριακή κοινωνία που οδήγησε στο φαινόμενο της λαθραίας κοινότητας των κρυπτοχριστιανών οι οποίοι είναι ευρέως γνωστοί ως Λινοβάμβακοι (λέξη που σημαίνει άτομα του λινού και του βαμβακιού). Ο όρος επινοήθηκε για την ανάδειξη της πολλαπλής ταυτότητας αυτής της ομάδας. Χωριά όπως η Λουρουτζίνα (το αρχικό του όνομα ήταν Λαυρεντία), η Ποταμιά και μερικά χωριά της Τηλλυρίας, που ήταν πρώην κτήματα των Λατίνων αλλαξοπίστησαν μαζικά στο Ισλάμ.

Ο LR Michel ο οποίος έγραψε για το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών κατά τον 19 ο αιώνα, συχνά μιλά για τη σύγκρουση μεταξύ των Λατίνων και Ορθοδόξων ιερέων για τα δικαιώματά τους κατά τη διάρκεια της ταφής των νεκρών Λινοβαμβάκων. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της οποίας οι επίσκοποι συνεργάζονταν με τους Οθωμανούς άρχοντες τις περισσότερες φορές κέρδιζε.

Υπήρξαν επίσης πολλές νόμιμες περιπτώσεις Ελλήνων ορθοδόξων χριστιανών που αλλαξοπίστησαν στο Ισλάμ, κάτι που επίσης αξίζει πάρα πολύ συζήτηση, αλλά μερικοί Έλληνες ιστορικοί υποστηρίζουν ότι, αφού οι Λινοβάμβακοι ήταν ελληνόφωνοι, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι οι ίδιοι ήταν Έλληνες. Αλλά τα πράγματα σπάνια είναι όπως φαίνονται στη Κύπρο, οι Λατίνοι και Μαρωνίτες οι οποίοι κατοικούσαν στην Κύπρο συχνά επικοινωνούσαν εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ελληνική γλώσσα, ακόμη και πριν από την οθωμανική κατάκτηση. Ο αραβολόγος Alexander Borg επισημαίνει ότι «στο να ομηλείς κάποια περιφερική αραβική γλώσσα συνεπάγεται και η γνώση κάποιας ξένης», και αυτό θα συνέβαινε στηνΚύπρο, όπως και αλλού, όπου ζούσαν Μαρωνίτες.

Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι οι κοινότητες των Λατίνων και των Μαρωνιτών επιβίωναν στην Κύπρο για αιώνες πριν από την άφιξη του στρατού του Λάλα Μουσταφά Πασά, και μέχρι τότε είχαν ήδη εξοικειωθεί στο να ζουν σε ένα νησί όπου η πλειονότητα του πληθυσμού του μιλούσε ελληνικά.

Το γεγονός είναι ότι ένας σημαντικός αριθμός μουσουλμάνων Τουρκοκυπρίων σήμερα έχουν ένα χριστιανικό παρελθόν, και ότι εν μέρει κατάγονται από ενετικές, γενοβέζικες και γαλλικές οικογένειες που είχαν κτήματα στο νησί και που προσηλυτίστηκαν στο σουνιτικό Ισλάμ. Είμαστε μια μικτή κοινότητα, και με αυτό θα αποκομίσουμε πολλά πλεονεκτήματα και τον πλούτο που μας καθιστά αυτό που είμαστε. Είναι καιρός εμείς ως κοινότητα να συνειδητοποίησουμε ότι υπάρχουν πολλά διαφορετικά πρόσωπα στο παρελθόν μας και δεν πρέπει να ντρέπομαστε για αυτό. Αντί να το απορρίψουμε αυτό ως τρέλα, θα πρέπει να το χρησιμοποιήσουμε για να οικοδομήσουμε γέφυρες φιλίας με άλλους πολιτισμούς και να γιορτάσουμε τη πολλαπλή μας ταυτότητα. Κύπριοι ιστορικοί και από τις δύο πλευρές του χάσματος τείνουν να εστιάζονται υπερβολικά στην Ελληνική ή Τουρκική μας κληρονομιά, σε βάρος της αντικειμενικότητας, αλλά η Κύπρος ήταν και πάντα θα είναι μια σύγκλιση διαφορετικών πολιτισμών.

Σημ.: Πατήστε εδώ για να δείτε το αγγλικό πρωτότυπο άρθρο στην τ/κ Toplum Postasi.

Κατά παραγγελίαν «ιστορίες» 05/12/2009

Posted by Εμπροσθοφύλακας in ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΛΗΘΕΙΑΣ, ΑΡΧΑΙΑ, ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, ΕΛΛΑΔΟΤΟΥΡΚΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΚΥΠΡΙΑΚΟ, ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ, ΝΕΟΤΕΡΗ, ΣΥΓΧΡΟΝΗ, ΨΥΧΟΠΟΛΕΜΟΣ.
Tags: , ,
comments closed

Σχόλιο Συντακτικής Ομάδας: Η αναθεώρηση της ιστορίας είναι ένα θέμα που απασχολεί κατά καιρούς την πολιτική σε Ελλάδα και Κύπρο. Πιο συγκεκριμένα, απασχολεί τους Έλληνες πολιτικούς εν σχέσει με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και πώς αυτές θα υποβοηθηθούν από μια αναθεώρηση και συχνά σχετίζεται με τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Μάλιστα προτάθηκε κατά καιρούς, στο πλαίσιο ενός σχεδίου λύσης ή της βελτίωσης των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας, η σύσταση κοινών επιτροπών για την αναθεώρηση των βιβλίων της ιστορίας. Ο καθηγητής ιστορίας κ. Ιακώβου εξηγεί ότι η ιστορική θεώρηση στην Τουρκία εκκινεί από μια λανθασμένη αφετηρία, την εξυπηρέτηση των παροντικών πολιτικών στόχων του κράτους. Εξυπονοείται ότι η απότοκη ιστορική θεώρηση είναι πολλές φορές μη επιστημονικά αποδεκτή και συνεπώς δεν είναι η ενδεδειγμένη μεταχείριση της ιστορίας ως εργαλείου ικανοποίησης πολιτικών σκοπιμοτήτων!

μαυσωλείο Ατατούρκ [πηγή: Εν κρυπτώ]

‘Geopolitics-GR’
«Περί ιστοριογραφίας στην Τουρκία»
25 Οκτωβρίου 2009
Χρήστος Ιακώβου

Κατά καιρούς εγείρεται ως πολιτικό πλέον θέμα η επανασυγγραφή των εγχειριδίων ιστορίας και ο δημόσιος διάλογος που ενσκήπτει επικεντρώνεται στις ιστορικές πτυχές που αφορούν τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μέσα από το διάλογο προκύπτουν ευδιάκριτα δύο επίπεδα. Σε πρώτο επίπεδο η συζήτηση καταδεικνύει συγκεκριμένες σχολές σκέψεις ιστοριογραφίας και σε δεύτερο επίπεδο η συζήτηση προσεγγίζει και εξαντλεί το θέμα εξολοκλήρου ως πολιτικό. Η πρώτη τάση κινείται αναμφίβολα σε επίπεδο επιστημονικών επιχειρημάτων και, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κάποιος με τις απόψεις που παρατίθενται, οφείλει να παραδεχθεί ότι σε αυτό το επίπεδο κυρίαρχο στοιχείο είναι ο ορθολογισμός. Το δεύτερο επίπεδο δεν μπορεί να μπει στη βάσανο της αξιολόγησης και της κριτικής γιατί είναι πλέον αρχή ότι η ιστοριογραφία δεν προσαρμόζεται στις πολιτικές σκοπιμότητες του παρόντος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα γένεσης εθνικής ιστοριογραφίας, η οποία εξαρχής λειτούργησε ως εργαλειοποιημένη πολιτική διαδικασία επιβολής κρατικής ιδεολογίας είναι η Τουρκική. Καλό θα ήταν να το γνωρίζουν μερικοί προτού προχωρήσουν σε αφελείς αναφορές του τύπου ότι ένθεν και ένθεν είναι όλα τα ίδια.

Η περίοδος από την ίδρυση του τουρκικού κράτους, το 1923, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, χαρακτηρίζεται από τη θεμελιακή αναδόμηση της τουρκικής κοινωνίας με μοναδικό ρυθμιστή των εξελίξεων το ίδιο το κράτος. Η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η δημιουργία του κεμαλικού κράτους ανάγκασε τη νέα τουρκική πολιτική ελίτ θα εκλάβει εξ αρχής να επανεξετάσει το θέμα της ταυτότητας, τόσο ως πολιτισμική έκφραση όσο και ως ιστορική ενότητα και συνέχεια. Το γεγονός αυτό προσδιόρισε ένα πλαίσιο δράσης που εκ των πραγμάτων παρήγαγε μια βαθιά συναισθηματική διέγερση σε οποιαδήποτε προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού του τουρκικού έθνους.

Ο Ατατούρκ αποφασισμένος να διαρρήξει κάθε δεσμό με το τραυματικό παρελθόν της ισλαμικής οθωμανικής αυτοκρατορίας και αναγκασμένος να διαμορφώσει μια βάση νομιμοποίησης, κατέφυγε στην εφεύρεση ενός μυθικού παρελθόντος κατά το οποίο οι Τούρκοι, προερχόμενοι από την Κεντρική Ασία, καθίστανται πρόγονοι του παγκόσμιου πολιτισμού. Επειδή το ευρωπαϊκό στερεότυπο για τους Τούρκους θεωρούσε ότι ο λαός αυτός ήταν βάρβαρος και κατώτερος, τα νέα δόγματα του τουρκικού εθνικισμού που εμφανίστηκαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ρίζωσαν βαθιά επειδή διεμορφώθησαν από το επίσημο κράτος και προωθήθησαν μέσω της επίσημης εκπαίδευσης που αναφερόταν στην ιστορία των Τούρκων. Η προσπάθεια αυτή του Κεμάλ υπήρξε τόσο έντονη, ώστε, παρόλο που πολλές δογματικές τοποθετήσεις που εξεφράσθησαν τότε επισήμως δεν διακηρύσσονται σήμερα, επέφεραν ωστόσο μία ισχυρή επιρροή τόσο στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας, όσο και στο πλαίσιο των λαϊκών αντιλήψεων για την τουρκική ιστορία.

Ο Ατατούρκ υπήρξε εκείνος που ουσιαστικά διεμόρφωσε τη θεωρία σχετικά με την ιστορία των Τούρκων η οποία είναι γνωστή ως Turk Tarih Tezi (Η Τουρκική Ιστορική Θέση). Παράλληλα, δημιούργησε τους θεσμούς εκείνους, που θα είχαν ως επίσημο καθήκον να επεξεργαστούν, να εκλαϊκεύσουν και να διαδώσουν μέσω αυτής της θεωρίας την επίσημη εκδοχή της ιστορίας στο νεοσύστατο τότε τουρκικό κράτος. Ο Κεμάλ είχε ήδη από την αρχή συνειδητοποιήσει ότι το τουρκικό έθνος σε αντίθεση με το τουρκικό κράτος, είχε μακρόχρονη ιστορία γι’ αυτό και αρχική του επιδίωξη ήταν να τροποποιήσει την ιστορία αυτή κατά τρόπο που να δίνει αίγλη στο μακρύ παρελθόν των Τούρκων. Για τον ιδρυτή του τουρκικού κράτους ήταν πολιτική επιθυμία η επανένωση του έθνους με το παρελθόν και η εθνική ομογενοποίηση ολοκλήρου του πληθυσμού που περιήλθε μέσα στα γεωγραφικά όρια της Τουρκίας. Πιο απλά, το ζήτημα της συγγραφής της ιστορίας ήταν για τον Κεμάλ θέμα πολιτικό και όχι επιστημονικό-ακαδημαϊκό.

Τα βασικά ερωτήματα που απασχολούσαν τον Ατατούρκ όσον αφορά τη συγγραφή της τουρκικής ιστορίας προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα του ιστορικού βάθους και της ιστορικής συνέχειας ήταν:

Ποιοι ήσαν οι πρώτοι κάτοικοι της γεωγραφικής έκτασης που συνιστούσε το τουρκικό κράτος και κατ’ επέκταση ποιος λαός ήταν ο πρώτος που δημιούργησε πολιτισμό σε αυτή την περιοχή,

Ποια είναι η θέση της Τουρκίας στον παγκόσμιο πολιτισμό και ποια η συνεισφορά των Τούρκων στην παγκόσμια ιστορία και η ίδρυση του Οθωμανικού κράτους, ως του πρώτου τουρκικού κράτους στην Ανατολία, από ένα τουρκικό φύλο, αποτελεί ιστορικό μύθο. Ως εκ τούτου θα πρέπει να εφευρεθεί μία νέα ερμηνεία για το σχηματισμό του κράτους αυτού.

Με αυτόν τον τρόπο ο Ατατούρκ, όπως και ολόκληρη η στρατιωτική ελίτ που οικοδόμησε το τουρκικό κράτος, υιοθέτησε από την αρχή τη σαφή αντίληψη ότι η ιστορία ήταν έργο του κράτους και θα έπρεπε να καταστεί ένα ισχυρότατο εργαλείο που να ικανοποιούσε τις πολιτικές ανάγκες των δύο πρώτων δεκαετιών του τουρκικού κράτους, δηλαδή της επιβολής της κρατικής ιδεολογίας πάνω στην τουρκική κοινωνία. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, ο Κεμάλ ίδρυσε το 1931 την Επιτροπή Μελέτης της Τουρκικής Ιστορίας, η οποία συμπεριλάμβανε και στρατιωτικούς και συνεδρίαζε όπου βρισκόταν ο Ατατούρκ. Ο δε ίδιος διάβαζε, διόρθωνε και ενέκρινε τα πορίσματά της. Οι δραστηριότητες αυτής της Επιτροπής κορυφώθηκαν το 1932 με τη σύγκληση του πρώτου Συνεδρίου Τουρκικής Ιστορίας το 1932 στην Άγκυρα, όπου διακηρύχθηκε πλέον και επίσημα η Τουρκική Ιστορική Θέση, ανακηρύχθηκε κτήμα του τουρκικού έθνους και υιοθετήθηκε ως επίσημο κρατικό δόγμα.